Ο καρκίνος θυρεοειδούς εμφανίζεται σαν ένα οζίδιο πάνω στον θυρεοειδή, το οποίο δεν προκαλεί συνήθως πόνο ή άλλα συμπτώματα.

Οι γυναίκες έχουν δύο έως τρεις φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να αναπτύξουν καρκίνο σε σχέση με τους άνδρες.

Οι αιτίες που προκαλούν τη νόσο δεν είναι γνωστές.

Υπάρχουν όμως ισχυροί προδιαθεσικοί παράγοντες, οι οποίοι μπορεί να οδηγήσουν στην ανάπτυξη καρκίνου του θυρεοειδούς.

Οι σημαντικότεροι από αυτούς είναι: η κληρονομικότητα και η ιοντίζουσα ακτινοβολία.

Η ιοντίζουσα ακτινοβολία είναι επικίνδυνη γιατί μεταφέρει πολύ ενέργεια.

Τέτοια ακτινοβολία είναι οι υπεριώδεις ακτίνες του ηλίου, οι ακτίνες Χ (που εκπέμπουν τα ακτινολογικά μηχανήματα απλών ακτινογραφιών ή αξονικών τομογραφιών), η κοσμική ακτινοβολία και οι ακτίνες γ. Οι ακτίνες Χ και οι ακτίνες γ είναι ραδιενεργός ακτινοβολία, επιδρά στο DNA του κυττάρου, στο οποίο προκαλεί βλάβες, οι οποίες με την σειρά τους μπορούν να οδηγήσουν σε ανάπτυξη καρκίνου.

Ευτυχώς, οι νέας τεχνολογίας αξονικοί τομογράφοι εκθέτουν τους αρρώστους σε πολύ χαμηλές δόσεις ραδιενεργού ακτινοβολίας. Χρειάζεται όμως προσοχή όταν η έκθεση είναι συχνή και επαναλαμβανόμενη.

Μια άλλη επικίνδυνη για τον άνθρωπο πηγή ακτινοβολίας είναι τα ραδιενεργά κατάλοιπα που κυκλοφορούν στην ατμόσφαιρα. Προέρχονται είτε από πυρηνικά ατυχήματα είτε από πυρηνικές δοκιμές. Περιέχουν, πλην των άλλων, και ραδιενεργό ιώδιο (Ι131), το οποίο απορροφάται από το θυρεοειδή αδένα. Στο πρόσφατο πυρηνικό ατύχημα του Τσέρνομπιλ στην Ουκρανία, τα παιδιά της περιοχής εκτέθηκαν σε μεγάλες ποσότητες ραδιενεργού ιωδίου και τα επόμενα χρόνια η συχνότητα του καρκίνου του θυρεοειδούς αυξήθηκε δραματικά κατακόρυφα στην περιοχή αυτή.

Επίσης, όταν κάποιος υποβάλλεται σε ακτινοθεραπεία στην περιοχή του λαιμού ή του θώρακα για μια κακοήθη νόσο, π.χ. νόσο του Hodgkin, ο θυρεοειδής αδένας βρίσκεται σε αυξημένο κίνδυνο να ακτινοβοληθεί και γι’ αυτό πρέπει να λαμβάνονται μέτρα προστασίας του. Διαφορετικά, ο μετέπειτα κίνδυνος για ανάπτυξη καρκίνου του θυρεοειδούς είναι αυξημένος.

Είναι σημαντικό λοιπόν να γνωρίζουμε ότι οι άνθρωποι που εκτέθηκαν σε υψηλά επίπεδα ραδιενεργούς ακτινοβολίας έχουν περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν καρκίνο του θυρεοειδούς, σε σύγκριση με άλλους που δεν εκτέθηκαν σε αυτήν.

Ο καρκίνος του θυρεοειδούς διαγιγνώσκεται τις περισσότερες φορές τυχαία είτε με την εμφάνιση μιας ανώδυνης διόγκωσης στο λαιμό, που ξαφνικά ανακαλύπτει ο άρρωστος, είτε μετά από ένα υπερηχογράφημα τραχήλου για άλλους λόγους.

Υπάρχουν τέσσερα είδη καρκινωμάτων, τα οποία διαφέρουν μεταξύ τους ως προς την πρόγνωση: τα θηλώδη, τα θυλακιώδη, τα μυελοειδή και τα αναπλαστικά καρκινώματα. Ευτυχώς, η πλειονότητα των καρκίνων του θυρεοειδούς ανήκει στους θηλώδεις και θυλακιώδεις καρκίνους, οι οποίοι αν ανακαλυφθούν εγκαίρως μπορούν να ιαθούν πλήρως. Αντίθετα, το αναπλαστικό καρκίνωμα, το οποίο είναι ευτυχώς σπανιότερο, είναι πολύ επιθετικό.

Για να διαπιστωθεί η φύση του ανακαλυφθέντος οζιδίου, αν δηλαδή αυτό είναι καλόηθες ή κακόηθες, ο άρρωστος θα πρέπει να υποβληθεί σε παρακέντηση του όζου με λεπτή βελόνα και το υλικό να σταλεί για κυτταρολογική εξέταση (FNA). Θεωρείται η ακριβέστερη προεγχειρητική διαγνωστική εξέταση με ένα υψηλό ποσοστό ακρίβειας. Επίσης, τα απεικονιστικά χαρακτηριστικά του όζου στο υπερηχογράφημα και η ελαστογραφία δίδουν πολύ σημαντικές πληροφορίες για την πιθανή φύση του όζου.

Αν μετά από αυτό τον έλεγχο τεθεί η διάγνωση ή η υποψία κακοήθειας, τότε ο άρρωστος θα πρέπει να υποβληθεί σε χειρουργική αφαίρεση του θυρεοειδούς αδένα (ολική θυρεοειδεκτομή).

Πριν όμως από την εγχείρηση και ειδικότερα στις περιπτώσεις όπου η κυτταρολογική εξέταση έχει δείξει ότι πρόκειται για ένα θηλώδες ή μυελοειδές καρκίνωμα, θα πρέπει να μελετηθεί η μορφολογία και η αρχιτεκτονική των λεμφαδένων τραχήλου (χαρτογράφηση), κάνοντας ένα υπερηχογράφημα σε έναν έμπειρο ακτινολόγο.

Αν το υπερηχογράφημα δείξει διαταραχή της αρχιτεκτονικής των λεμφαδένων τότε θα πρέπει, μαζί με την ολική θυρεοειδεκτομή, να εξαιρεθούν και κάποιες ομάδες λεμφαδένων. Η έκταση της λεμφαδενεκτομής θα εξαρτηθεί από τα ευρήματα του υπερηχογραφήματος.

Τόσο η ολική θυρεοειδεκτομή, όσο και ο λεμφαδενικός καθαρισμός τραχήλου αποτελούν λεπτές και εξειδικευμένες επεμβάσεις και ο άρρωστος θα πρέπει να επιλέγει το χειρουργό του μεταξύ έμπειρων και εξειδικευμένων χειρουργών ενδοκρινών αδένων, για την ελαχιστοποίηση των προεγχειρητικών επιπλοκών.

Μετεγχειρητική αγωγή

Μετά την θυρεοειδεκτομή οι περισσότεροι ασθενείς με θηλώδες ή θυλακιώδες καρκίνωμα και σύμφωνα πάντα με τις διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες, θα λάβουν σαν συμπληρωματική αγωγή ραδιενεργό ιώδιο (I131).

Το ραδιενεργό ιώδιο εκπέμπει ακτινοβολία, η οποία προσλαμβάνεται εκλεκτικά από τα τυχόν εναπομείναντα φυσιολογικά ή καρκινικά κύτταρα και τα καταστρέφει, χωρίς να προκαλεί καμία βλάβη στους πέριξ ιστούς.

Σε ένα μικρό όμως ποσοστό ασθενών τα καρκινικά κύτταρα χάνουν την ικανότητα ανταπόκρισης τους στο Ι131 και εξελίσσονται. Στους ασθενείς αυτούς, καθώς και σε ορισμένες περιπτώσεις μυελοειδούς καρκινώματος μπορούν να χορηγηθούν νεότερα φάρμακα που στοχεύουν απευθείας στους μοριακούς μηχανισμούς της καρκινογένεσης.

Τα φάρμακα αυτά χορηγούνται από το στόμα και τα θεραπευτικά τους αποτελέσματα είναι αρκετά ικανοποιητικά. Βασικό τους όμως μειονέκτημα είναι οι σοβαρές ανεπιθύμητες παρενέργειες από το δέρμα και το πεπτικό, οι οποίες επηρεάζουν σημαντικά την ποιότητα ζωής των αρρώστων. Για τον λόγο αυτό θα πρέπει να χορηγούνται μόνο σε σοβαρές και προοδευτικά επιδεινούμενες περιπτώσεις και όχι σε απλές καταστάσεις με βραδεία εξέλιξη. Επίσης, πάντα θα πρέπει να συνυπολογίζεται και το κόστος, δεδομένου ότι είναι πολύ ακριβές θεραπείες.

Χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία χρησιμοποιούνται πολύ σπάνια και μόνο σε πολύ εξειδικευμένες περιπτώσεις.

Επίσης, μετά την αφαίρεση του θυρεοειδούς αδένα ο άρρωστος θα πρέπει να λαμβάνει καθημερινά και σε όλη του τη ζωή θεραπεία υποκατάστασης με θυροξίνη. Η δοσολογία θα πρέπει να είναι τέτοια ώστε να προκαλείται καταστολή της έκκρισης της TSH, σε επίπεδα κάτω του φυσιολογικού, δεδομένου ότι η TSH θεωρείται από τους σημαντικότερους αυξητικούς παράγοντες των φυσιολογικών, αλλά και των καρκινικών κυττάρων του θυρεοειδούς.

Μετεγχειρητική παρακολούθηση

Η μετεγχειρητική παρακολούθηση για πιθανή υποτροπή της νόσου ή ύπαρξη μεταστάσεων γίνεται με εξετάσεις αίματος (θυρεοσφαιρίνη, CEA και καλσιτονίνη) και απεικονιστικά με ολόσωμο σπινθηρογράφημα ραδιενεργού ιωδίου (Ι131) και με υπερηχογράφημα τραχήλου υψηλής ευκρίνειας.

Στο σημείο αυτό αξίζει να τονιστεί ότι στο πρόσφατο παρελθόν για την μέτρηση θυρεοσφαιρίνης ή τη διενέργεια ολόσωμου σπινθηρογραφήματος με ραδιενεργό ιώδιο (Ι131), θα έπρεπε να διακοπεί για μερικές εβδομάδες η χορήγηση θυροξίνης. Αυτό όμως οδηγούσε τον άρρωστο σε υποθυρεοειδισμό με πολύ δυσάρεστα συμπτώματα έντονης κούρασης, νωθρότητας κλπ.

Σήμερα, όμως, χρησιμοποιείται ένα ειδικό τεστ για την παρακολούθηση των αρρώστων, χωρίς να χρειάζεται η διακοπή της θυροξίνης. Χορηγείται μία ένεση ενός φαρμάκου που λέγεται θυρεοτροπίνη-α (thyrogen). Η ανασυνδυασμένη αυτή TSH επιδρά στο καρκινικό κύτταρο, το οποίο διατηρεί την ικανότητα, όπως το φυσιολογικό κύτταρο, παραγωγής και απελευθέρωσης στο αίμα θυρεοσφαιρίνης, την οποία στη συνέχεια μπορούμε να μετρήσουμε.

Έτσι, αν η θυρεοσφαιρίνη βρεθεί αυξημένη ο γιατρός πλέον γνωρίζει ότι υπάρχουν καρκινικά κύτταρα στον οργανισμό, ακόμη και αν αυτά δεν μπορούν μέχρι εκείνη τη στιγμή να ανιχνευτούν με απεικονιστικές μεθόδους. Δηλαδή, στις περιπτώσεις αυτές μπορεί να προβλεφθεί ποιοι άρρωστοι βρίσκονται σε κίνδυνο να υποτροπιάσουν τα αμέσως επόμενα χρόνια. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει να βρίσκονται σε στενότερη παρακολούθηση.